επιθεώρηση

επιθεώρηση
[-ις (-εως)] η
1) инспектирование; надзор; обследование, проверка; ревизия;

τελωνειακή επιθεώρηση — таможенный досмотр;

2) инспекция;
3) обзор, обозрение; 4) журнал (научный, литературный);

ιατρική επιθεώρηση — медицинский журнал;

φιλολογική επιθεώρηση — литературный журнал;

5) театральное обозрение; ревю; сатирическое театральное представление;
6) воен, смотр

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "επιθεώρηση" в других словарях:

  • επιθεώρηση — Τύπος θεατρικού έργου με τη συνύπαρξη μουσικής, χορού και πεζού λόγου, που χαρακτηρίζεται από γοργή διαδοχή εικόνων, οι οποίες ξεκινούν από μια κεντρική ιδέα που συνδέει τη μία με την άλλη και από ένα κείμενο με επίκαιρο χαρακτήρα, με… …   Dictionary of Greek

  • επιθεώρηση — η 1. προσεκτική και επιμελημένη εξέταση, λεπτομερής έλεγχος: Υγειονομική επιθεώρηση εστιατορίων. 2. ανώτερη ειδική υπηρεσία που εποπτεύει και ελέγχει την καλή λειτουργία άλλων υπηρεσιών: Επιθεώρηση μέσης εκπαίδευσης. 3. περιοδικό δημοσίευμα που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Επιθεώρηση Τέχνης — Λογοτεχνικό περιοδικό που εκδόθηκε στην Αθήνα. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε με την ένδειξη Χριστούγεννα 1954 – Ιανουάριος 1955. Το τελευταίο τεύχος του είναι του Μαρτίου 1967. Υπεύθυνος του περιοδικού ήταν ο Κώστας Πορφύρης. Το εξώφυλλο ενός… …   Dictionary of Greek

  • ἐπιθεωρήσῃ — ἐπιθεωρήσηι , ἐπιθεώρησις contemplation fem dat sg (epic) ἐπιθεωρέω examine over again aor subj mid 2nd sg ἐπιθεωρέω examine over again aor subj act 3rd sg ἐπιθεωρέω examine over again fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βυζαντινή Επιθεώρηση — Γερμανικό βυζαντινολογικό περιοδικό που εκδόθηκε από τον Κάρλ Κρουμπάχερ το 1892. Το 1910 συνέχισε την επιμέλεια της έκδοσής του ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ. Η έκδοση συνεχίστηκε με επιμελητές κορυφαίους Γερμανούς βυζαντινολόγους. Παράρτημα του… …   Dictionary of Greek

  • Νέα Επιθεώρηση — Τίτλος εντύπων. 1. Μηνιαίο αθηναϊκό περιοδικό (1928 29). Ιδρυτής του ήταν ο Α. Ζεβγάς, (ψευδώνυμο του Αιμ. Χουρμούζιου). Εκπροσωπούσε τα πρωτοποριακά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα. 2. Ημερήσια πολιτική εφημερίδα (1890 96) με έδρα την… …   Dictionary of Greek

  • Νεοελληνική Επιθεώρηση — Πολιτικό, οικονομικό και κοινωνιολογικό περιοδικό (1917 20). Ιδρύθηκε από τον Α. Πουρνάρα με έδρα την Αθήνα …   Dictionary of Greek

  • Νομική Επιθεώρηση — Τίτλος ελληνικών νομικών περιοδικών. 1. Ιδρύθηκε το 1862 από τον Γ. Δασκαλόπουλο. Η έκδοσή του συνεχίστηκε και το επόμενο έτος. 2. Εβδομαδιαίο περιοδικό (1901 1905). Ιδρύθηκε από τον Ι.Δ. Ζέπο, με έδρα την Αθήνα, θεωρείται ένα από τα… …   Dictionary of Greek

  • Ολλανδία — I Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με το Βέλγιο, Α με τη Γερμανία, και βρέχεται Β από τη Βόρεια θάλασσα.Το σημερινό έδαφος της Ο. προέκυψε μετά την αποχώρηση του Βελγίου, το 1830, από το βασίλειο της Ο., το οποίο είχε δημιουργηθεί το 1815 …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • εφοδεία — η (Α ἐφοδεία και μτγν. και ἐφοδία) [εφοδεύω] 1. απρόοπτη επίσκεψη, επιθεώρηση φρουρών, έφοδος αξιωματικού για επιθεώρηση φρουράς, κυρίως σε νυκτερινές ώρες 2. φυλακή, φρούρηση, περιπολία 3. γεν. επιθεώρηση …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»